Η «βαριά συνείδηση» του βασιλιά Παύλου

Στις 30 Μαρτίου του 1952, ξημερώνοντας Κυριακή, ένα μεγάλο βάρος κατακάθισε στη συνείδηση του βασιλιά Παύλου του Α’, μονάρχη του βασιλείου της Ελλάδας. 

Στις 4.12’ π.μ. εκτελέστηκε ως «κομμουνιστής κατάσκοπος», - πλάι στον Νίκο Μπελογιάννη, τον Νίκο Καλούμενο και τον Ηλία Αργυριάδη-, ο Δημήτρης Μπάτσης,  ο μονάκριβος γιος του ναυάρχου Αντωνίου Μπάτση.

Ο φιλομοναρχικών πεποιθήσεων ναύαρχος, γνώριζε από νεαρό τον βασιλιά Παύλο καθώς, το 1920 ως κυβερνήτης του θωρηκτού Αβέρωφ, τον είχε μεταφέρει μαζί με τη βασιλική οικογένεια από την εξορία κατά την επιστροφή του πατέρα του Κωνσταντίνου Α’ στον θρόνο.  

Ο 37χρονος δικηγόρος Δημήτρης Μπάτσης, ήταν ο συγγραφέας του μνημειώδους έργου «Η Bαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα» που αναφερόταν στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας μας και υποστήριζε την ακηδεμόνευτη ανάπτυξή της. 

Είχε καταδικαστεί - όπως και οι άλλοι τρεις - σε θανατική ποινή για κατασκοπεία με τον νόμο 375/36 του Μεταξά μετά την ανακάλυψη των ασυρμάτων που ενημέρωναν τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη.  

 pastedGraphic.png

Ο βασιλιάς Παύλος είχε τον τελευταίο λόγο για τις εκτελέσεις καθώς, μετά το Συμβούλιο Χαρίτων που απέρριψε την αίτηση του Μπάτση για μία ψήφο, μπορούσε να δώσει χάρη στους καταδικασθέντες ή σε κάποιους από αυτούς και να μετατρέψει την ποινή τους σε ισόβια δεσμά. 

Αυτή ήταν, εξάλλου, η εισήγηση της κυβέρνησης Πλαστήρα με φάκελο που παρέδωσε στο βασιλιά, το Σάββατο το πρωί 29 Μαρτίου, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Δημήτριος Παπασπύρου. 

Ο βασιλιάς πήρε εκείνο τον φάκελο και είπε ότι θα απαντούσε όταν επέστρεφε από την εκδρομή στη Χαλκίδα που είχε υποσχεθεί στη βασίλισσα Φρειδερίκη.   

Όμως, μετά την εκδρομή «εξαφανίστηκε», ενώ οι δημοσιογράφοι δεν έβρισκαν ούτε τον υπουργό Δικαιοσύνης για να μάθουν την απόφαση του βασιλιά.

 pastedGraphic_1.png

Ο βασιλιάς Παύλος με τη Φρειδερίκη στο Τατόι

Ο λόγος της «εξαφάνισης» ήταν η απόρριψη της αίτησης χάριτος και η προσπάθειά του να μην χρεωθούν τα ανάκτορα τη λαϊκή οργή. Γι’ αυτό παρέκαμψε το υπουργείο Δικαιοσύνης και ενημέρωσε απευθείας τις στρατιωτικές αρχές ώστε οι εκτελέσεις να γίνουν με μυστικότητα.  

Η ανορθόδοξη εκτέλεση των τεσσάρων την Κυριακή τα ξημερώματα υπό το φως των προβολέων, τον απάλλασσε κυρίως από τη δύσκολη συνάντηση το πρωί της Τρίτης, με τον τραγικό πατέρα, τον υπερήφανο Ψαριανό ναύαρχο Αντώνιο Μπάτση που είχε ζητήσει ακρόαση από τον βασιλιά  για να σώσει τον μονάκριβο γιο του: 

«Δώδεκα χρόνια έκανα στις εξορίες και στα ξερονήσια για το Βασιλιά, δεν μπορεί να μην μου κάνουν τούτη τη χάρη. Όλο στη θάλασσα με τα καράβια, σ’ όλους τους πολέμους πολέμησα για την Ελλάδα και τον Βασιλιά. Έχω κι εγώ το δικαίωμα να ζητήσω τη ζωή του μονάκριβου παιδιού μου, δεν το έχω; Έχω μονάχα ένα γιο και αυτόν θέλετε να μου τον πάρετε; Σκοτώστε εμένα καλύτερα, ζωή για τη ζωή», έλεγε κλαίγοντας στη νύφη του. (Λίλιαν Καλαμάρο, «Βαρύτατο τίμημα-Η ζωή μου με τον Δημήτρη Μπάτση», Δωδώνη, 1981, σελ.144).   

  pastedGraphic_2.png

Οκτώβριος 1951. Από αριστερά, ο ναύαρχος Αντώνιος Μπάτσης, ο πατέρας της νύφης, η Λίλιαν και ο Δημήτρης και δίπλα του η μητέρα της.

Πάντως, η ικεσία του γηραιού ναύαρχου μάλλον δεν θ’ αρκούσε για να συγκινηθεί και να δώσει χάρη ο βασιλιάς. 

Οι Αμερικανοί που κυβερνούσαν τότε με τον περιβόητο πρέσβη, Τζον Πιουριφόι, εκπρόσωπο του Μακαρθισμού, τον είχαν απειλήσει ότι θα κινδυνεύσει ο θρόνος του αν δεν επισπευτούν οι εκτελέσεις.

«Οι Αμερικάνοι με τον Πιουριφόι θέλανε να τους στήσουνε στον τοίχο. Ο Πλαστήρας και ο Ρέντης δεν φαινόταν πως το θελαν. Όσο για τον βασιλιά τον Παύλο, βέβαια τί άλλο ήταν παρά εκπρόσωπος της δύναμης που μας «προστάτευε». (Λίλιαν Καλαμάρο, ο.π. σελ. 158).

Πράγματι, τα ανάκτορα δεν τολμούσαν να αντιπαρατεθούν στους Αμερικανούς. 

Ένα χρόνο πριν, είχαν χρεωθεί στη Θεσσαλονίκη τη θανάτωση του Νίκου Νικηφορίδη, ενώ επιχειρώντας να απαλλαγούν από την ευθύνη έστειλαν επιστολή της βασίλισσας Φρειδερίκης με απονομή χάριτος δύο μήνες μετά την εκτέλεση του 22χρονου αγωνιστή της ειρήνης! 

Στην περίπτωση του Μπάτση ο βασιλιάς Παύλος δεν τίμησε τον θρόνο του ούτε την αφοσίωση του γηραιού ναυάρχου στη μοναρχία, καθώς συντάχθηκε με το μετεμφυλιακό καθεστώς επιδεικνύοντας αναλγησία και  ανέντιμη συμπεριφορά.

Ενώ γνώριζε ότι οι εκτελέσεις θα γίνονταν μέχρι το τέλος Μαρτίου και ήξερε ότι δεν θα έδινε χάρη στον κατάδικο, κανόνισε συνάντηση με τον πατέρα του Μπάτση για την Τρίτη 1η Απριλίου το πρωί και τον άφησε με την ελπίδα ότι μπορεί να σώσει το γιο του. 

Η συμπεριφορά του βασιλιά υπήρξε απαράδεκτη γιατί ο Δημήτρης Μπάτσης, δεν ήταν κατάσκοπος. 

Ήταν ένας προοδευτικός διανοούμενος της Αριστεράς που αγαπούσε την πατρίδα του όπως διαπιστώνεται στις σελίδες του  βιβλίου του «Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα», αλλά και από την πατριωτική αρθρογραφία του στο περιοδικό «Ανταίος» που διηύθυνε επί σειρά ετών. 

Όμως, για το μετεμφυλιακό καθεστώς ήταν ο επικίνδυνος αστός «συνοδοιπόρος» που ενθάρρυνε τους «εσωτερικούς εχθρούς κατά της πατρίδας» και δεν «αποκάλυψε τους συνενόχους του».

Γι’ αυτό  δεν άξιζε ούτε «της ελαχίστης επιεικείας», όπως ανέφερε με μίσος στην εισήγησή του ο βασιλικός επίτροπος Κολλίνος  Αθανασούλης, παρά τη διαβεβαίωσή του στη σύζυγο του Μπάτση ότι στην κρίση του θα συνυπολόγιζε το δράμα της…